Ελληνικά Γράμματα και βιβλιοπωλείο Ποταμός: Απώλειες συναισθηματικές και ουσιαστικές.

Της Ρίτσας Μασούρα, δημοσιογράφου. Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο facebook (Σάββατο, 4 Σεπτέμβρη).

Βράδυ Σαββάτου, όπως λέει και το τραγούδι. Είμαι εκτός σπιτιού, σε υποχρεώσεις διάφορες, κοινωνικές κυρίως. Βρήκα όμως έναν τρόπο να πω πω δύο λόγια για τα βιβλιοπωλεία και τους εκδοτικούς οίκους που κλείνουν ή αυτοπεριορίζονται, πληρώνοντας, φαντάζομαι, το τίμημα της κρίσης. Δεν ξέρω αν νοιάζομαι το ίδιο όταν κλείνει μια μπουτίκ μιας συζύγου ανώτατου υπαλλήλου του δημοσίου (το λέω με ιδιαίτερη προσοχή) κι όταν κλείνει ένα βιβλιοπωλείο, όπως το βιβλιοπωλείο Ποταμός στο Κολωνάκι. (Οι εκδόσεις παραμένουν- ευτυχώς). Εκεί, γωνία Σκουφά και Δημοκρίτου. Στο ισόγειο μιας παλιάς, όμορφα ανακαινισμένης πολυκατοικίας, δίπλα στο Παπαγκαλίνο, απέναντι από το περίπτερο, λίγο πιο πέρα από το «Φίλιον». Είχε τα πάντα αυτός ο μικρός, κομψός και λειτουργικός χώρος.

Οσες φορές περνούσα, έμπαινα είτε για να χαζέψω, είτε για να αγοράσω κάτι – τις περισσότερες φορές κάτι φτηνό – ίσα ίσα για να φύγω με την αίσθηση που αφήνει το βιβλίο στο χέρι. Κι ύστερα περνούσα στο απέναντι πεζοδρόμιο για καφέ, μόνη ή με φίλους. Αισθανόμουν θαυμάσια με το καινούργιο μου απόκτημα. Το ξεφύλλιζα μπροστά στους άλλους. Τους έκανα επίδειξη. Μου άρεσε πολύ. Μου θύμιζε λίγο σκηνές ανάμεσα σε 7χρονα κοριτσάκια που κολλάνε στη μούρη της δήθεν φιλενάδας τους το καινούργιο τους απόκτημα, που μπορεί να είναι από ένα ευτελές κοκολάκι για τα μαλιά έως ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια – κατα προτίμηση μαύρα με λουράκι. Τόχω δει, γι αυτό το περιγράφω. Βέβαια, κανείς δεν μουδινε ποτέ σημασία. Σαν να είμαστε όλοι μπουχτισμένοι από το πολύ το διάβασμα. Έλεος! Πώς μπορείς να μπουχτίζεις από το διάβασμα βιβλίων; Το μόνο που έκαναν οι φίλοι (πολλοί απο αυτούς περνούσαν τυχαία και κάθονταν μόνον για ένα «γεια») ήταν να ρίχνουν μια ματιά στον συγγραφέα και τον τίτλο, να λένε δήθεν αδιάφορα ότι διάβασαν την κριτική της Σώτης στο τάδε φρι περιοδικό κι ύστερα α ξεκινούν στο όρθιο σχεδόν τα …άσφαιρα για τους πολιτικούς, το σύστημα, τις γκόμενες, τους γκόμενους..

Κι εγώ, μη έχοντας τόσα πολλά να πω για όλα αυτά, έριχνα κλεφτές ματιές στο βιβλιοπωλείο απέναντι. Ηθελα να’βλεπα κανά πελάτη να μπαίνει. Μια φορά, θυμάμαι τελευταία, σήκωσα το κινητό να φωτογραφίσω μια κυρία που μπήκε και βγήκε με άδεια χέρια, αλλα μετά σκέφτηκα ότι δεν ήταν ένα αποδεικτικό στοιχείο αυτό. Δεν θα βοηθούσε σε κάτι. Την λόξα μου μόνο με τα μικρά στιγμιότυπα της πόλης θα ικανοποιούσε. Κι έλεγα και ξανάλεγα σχεδόν φωναχτά: Κοίτα να δεις. Ελάχιστοι μπαίνουν να αγοράσουν κάτι. Ένα δώρο, ένα φυλλάδιο, ένα βιβλίο για τις άγριες νύχτες του χειμώνα, όπως χλευαστικά λέγαμε στα νειάτα μας. Πώς θα αντέξει αυτός ο μικρός σχεδόν αμόλυντος από το χρόνο βιβλιοχώρος ;

Δεν άντεξε, όπως δεν άντεξε και ο εκδοτικός Οίκος Ελληνικά Γράμματα. Εχω φίλες στην ομάδα εργασίας, έχω φίλες και φίλους που συνεργάζονται, από συγγραφείς έως διορθωτές και επιμελητές. Δεν ξέρω αν έφταιξε ο θάνατος του Λαμπράκη και δεν μπορώ να μπω σ’αυτά τα λιμνάζοντα ύδατα ενός τόσο περίπλοκου οργανισμού ή στην κινούμενη άμμο που αφανίζει μέσα στους κόκκους της ανθρώπους και δουλειές. Σκέφτομαι μόνο αν η κρίση είναι αυτή που οδήγησε στο κλείσιμο ή απλώς καποιοι μοιράζουν την πίτα διαφορετικά. Κι αν ισχύει το δεύτερο, όλοι όσοι προσέφεραν έργο πού θα απευθυνθούν; Σ’ ένα τοπίο που προ καιρού έχει χάσει τις ιδιαιτερότητές του; Ναι, καταφεύγω σ’ αυτή τη λέξη: ιδιαιτερότητες. Το κάνω γιατί έτσι μου βγαίνει. Δεν είναι το μικρομάγαζο, που κι αυτό έχει τα κόστη του. Δεν είναι ο μικροεπιχειρηματίας που κι αυτός στη γύρα θα βγει έτσι και κλείσει.

Ο χώρος του βιβλίου, στα δικά μου τα μάτια είναι πάντα δυο τρια κλικ πιο πάνω. Είχε και έχει μια ιερότητα, με την καλή έννοια πάντοτε. Είναι σαν εφαλτήριο της γνώσης, ακόμη και στην ακραία περίπτωση που ο αναγνώστης κάνει απλώς ένα πασάλειμμα και στη συνέχεια το αφήνει επιδεικτικά στο τραπέζι του μικροαστικού του σαλονιού. Εννοώ ότι ακόμη κι έτσι, κάτι θα μείνει. Ένας τίτλος, ενα επιφώνημα του συγγραφέα, μια πρόστυχη λέξη…

Το βιβλίο δεν έχει να κάνει με την ταχύτητα της εποχής, ούτε με την τεχνολογία, παρά τα οσα γράφονται πάνω σ ‘ αυτό. Έχει να κάνει με την αναγκη του αναγνώστη να απομονωθεί και να ταυτιστεί με τον συγγραφέα λογοτέχνη, ποιητή, ή και με τον επιστήμονα που εκθέτει την επιστημοσύνη του, όπως εκείνος νομίζει…για να κριθεί βεβαίως, όπως κρίνεται και ο πλάστης μιας νουβέλας.

Έχει να κάνει κυρίως με την επιθυμία να περνάμε πότε πότε σε φανταστικούς κόσμους, πίσω στο παρελθόν ή κατ’ ευθείαν στο μέλλον και μέσα απ’ αυτούς τους κόσμους να ασκούμεθα στον παρόντα χρόνο. Αυτό με κάνει να μιλώ για τις ιδιαιτερότητες του χώρου του βιβλίου. Κι όταν αυτοί οι χώροι βάζουν λουκέτο σημαίνει ότι η διαδικασία της ανακυκλούμενης μαθητείας θα υποστεί τις συνέπειες.

Καποιοι θα αδιαφορήσουν και θα χασκογελάσουν με όσα γράφω Σαββάτο βράδυ. Αλλά έτσι αντιλαμβάνομαι τα πράγματα κι έτσι τα γράφω. Λυπάμαι για τη συρρίκνωση μου. Γιατί είναι και δική μου συρρίκνωση.

Ρίτσα Μασούρα

Advertisements
This entry was posted in Τοποθετήσεις σε blogs. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s