Τι έχει και κλαίει το παιντί;

Του ΓΙΑΝΝΗ ΞΑΝΘΟΥΛΗ

…Απορώ με τις άπειρες εκπομπές περί μαγειρικής και τα εξαιρετικά πράγματι ένθετα γύρω από γκουρμέ συμπεριφορές.

Και καλά όλα αυτά γιατί ζω σε κανονικό σπίτι και μαγειρεύουμε φαγητό ανθρώπινο, δηλαδή όσπρια, λαχανικά και όσα αγαπήσαμε από τους παλιούς καιρούς των μαμάδων μας. Καμιά φορά και κάτι πολύ πιο τολμηρό. Απορώ όμως γιατί νύχτα και μέρα βλέπω, και δυστυχώς οσφραίνομαι, το πλήθος των ντιλιβεράδων… και των σουβλακερί που υποπτεύομαι ότι αποτελούν τη βασική αθηναϊκή τροφή. Κι ας κάνει σόου ο Μαμαλάκης κι ας κελαηδούν τα νοικοκυροκόριτσα κι ας γράφονται ατελείωτες σελίδες περί μεσογειακής διατροφής. Φαίνεται πως το λεγόμενο «τσιτσί» -δηλαδή η κρεοφαγία- συνεχίζει να κατέχει τα πρωτεία, όπως και η «πιτσομάνια» που θρέφει την Internet φιλοσοφία… Φαντάζομαι ότι κάποιοι μαγειρεύουν καλά κι από κει και πέρα το χάος.

Γι’ αυτό τρέχουν σε κάτι «δήθεν» μεζεδοπωλεία της συμφοράς με πολύ «α λα κρεμ» και γλείφουν τα δάχτυλά τους πανευτυχείς που χρύσωσαν ένα πιάτο-μαϊμού συνοδεία εκλεκτού οίνου, «με σωστή παλαίωση σε βυζαντινά βαρέλια ξύλινα φτιαγμένα από συγγενείς του Αλέξιου Κομνηνού».

Μ’ έπιασε ο ξαφνικός οίστρος γιατί παραλίγο να με παρασύρει με το μηχανάκι ένας Πακιστανός που μοσχοβολούσε το απαγορευμένο από την επίσημη θρησκεία του χοιρινό. Πάντως διασώθηκα και τώρα μελετώ -εντελώς τουριστικά- το συγκλονιστικό δράμα που ζει ο ΔΟΛ (Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη) με τα υπερχρέη του και το αναγκαστικό λουκέτο στον θυγατρικό εκδοτικό οίκο του «Ελληνικά Γράμματα». Κι αυτό γιατί το πνεύμα, ως γνωστόν, πολλοί αγάπησαν, αλλά οι καιροί είναι δύσκολοι ακόμη κι αν εκδίδεις έργα του Ουμπέρτο Έκο. Που λέει ο λόγος, γιατί στα «Ελ. Γράμματα» υπάρχουν τα έργα του Ουμπ. Έκο από τον καιρό που τον ανακαλύψαμε με το «Όνομα του ρόδου».

Φυσικά γύρω στους εκατό εργαζόμενους στην επιχείρηση που έχει πάμπολλους ανοιχτούς λογαριασμούς, μένουν ξεκρέμαστοι όσο κι αν χτυπηθούν οι διάφορες ερυθροσταυρίτικες ενώσεις ή το ψυχοπονιάρικο πληκτικό πλαγκτόν της τοπικής Αριστεράς. Η αλήθεια είναι πως ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος θυσιάστηκε σαν τρεις Ιφιγένειες μαζί, μ’ ένα νεύμα του παντοδύναμου του ΔΟΛ «Σου – Ψου». Οπως αλήθεια είναι και η υπερχρέωση και η έλλειψη πίστωσης μέσα σ’ αυτούς τους ζόρικους καιρούς. Τώρα, το τι ακριβώς γίνεται όταν κλείνει ένας εκδοτικός οίκος που εκδίδει κανονικά βιβλία και όχι βιβλία φασόν για το πώς ο Μωυσής πέρασε με τους Εβραίους την Ερυθρά Θάλασσα, ουδείς μπορεί να απαντήσει. Απ’ όσο ξέρω κανένας από τον εκδοτικό οίκο δεν ήταν προετοιμασμένος για την «εν θερμώ» απόφαση, που είναι τελεσίδικη.

Πώς, πού, από ποιον και πόσα «γιατί» χωρούν στο δράμα αυτό, για την ώρα, πλήρες σκοτάδι.

Παράλληλα, στις νόστιμες μέρες μας, κρούονται κι άλλα κουδουνάκια για εκδοτικούς οίκους, για βιβλιοπωλεία και γενικά η πολιτική του λουκέτου θριαμβεύει. Δείξε μου το λουκέτο σου να σου πω ποιος είσαι… λέει η παροιμία και μάλλον έχει δίκιο. Αρα το μόνο που τολμώ να πω είναι το «Ευτυχώς, Χρήστο Λαμπράκη, ΕΣΥ έφυγες νωρίς…».

Ευτυχώς που υπάρχει όμως ο Καντάφι, το αγόρι της ερήμου, που κάνει πλακίτσες -όχι και τόσο αθώες- με τον Μπερλουσκόνι και ονειρεύεται (πού είσαι, αείμνηστη Φαλάτσι!) να κάνει την Ευρώπη Αφρική. Να την κάνει και να πάμε στον διάολο.

Έτσι κι αλλιώς τα τζαμιά χτίζονται το ένα πίσω από το άλλο, ενώ στο γλυκύτατο Ιράν ψάχνουν να βρουν μαλακές πέτρες για να λιθοβολήσουν την κυρία Τάδε που… μοιχεύτηκε κι άλλα γραφικά πλην αγριευτικά. Πώς μου ήρθε και ξέφυγα από την ψυχραιμία μου; Τέλος πάντων…

Εμείς έχουμε όμως σοβαρές δουλειές. Εχουμε τον Καλλικράτη, αλησμόνητο αρχιτέκτονα μάστορα του αξέχαστου 5ου αιώνα π.Χ., που έκανε ένα σωρό θαυμάσιες μαστοριές χωρίς ποτέ να διανοηθεί πως ύστερα από δυόμισι χιλιετίες θα συγγένευε με τις φιλοδοξίες των αδελφών Ψωμιάδη και άλλων αστέρων της μέλλουσας τραγελαφικής ζωής μας. Ολοι οι πολιτικοί, όταν δεν τους τρώει το βάσανο του καπνίσματος, ασχολούνται με βαθυστόχαστες ερμηνείες της ύφεσης και των κινήσεων των αρχηγών. Οι πιο ενδιαφέρουσες πάντως εξαγγελίες υποψήφιων δημάρχων ήταν μέχρι στιγμής αυτές που έγιναν με φόντο την Παναγία την Προυσιώτισσα, την Παναγία την Αντροχωρίστρα, την Παναγία των Παρισίων, την Παναγία τη Φιδοχαϊδεύουσα, την Παναγία την Κομπολογίστρα, την «Παναγία την Τσιγαροκτόνο και την… Παναγιά μου ένα παιδί, να σου φύγει το καφάσι». Καλή πρόοδο!

Επ’ αυτού συγχαίρω την πρώτη κυρία της Σλοβακίας που είπε ευθαρσώς: «Δεν μου γαμιέστε, Ελληνες, που θα πληρώσω εγώ την ανικανότητά σας…». Το μάθαμε κι αυτό.

Κι ενώ η παπαρολογία μες στο γενικό χάλι μας περιλαμβάνει κυρίως το ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι και πόσο ακριβά πουλιούνται οι μαντράχαλοι της μπάλας στην αγορά των μάνατζερ-νταβαντζήδων, εγώ βρίσκομαι σταθερά στο δίλημμα μήπως -λέω μήπως- η Φώφη είναι τελικά ο άνθρωπός μου; Μια ερώτηση έκανα. *

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Σαββατιάτικα» του Γιάννη Ξανθούλη στην Ελευθεροτυπία, 11.9.2010

Advertisements
This entry was posted in Σχετικά άρθρα ΜΜΕ, Τοποθετήσεις συγγραφέων. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s